Μετάβαση στο περιεχόμενο

Θρύλοι της Κρήτης: Ο Σαραντάπηχος

Ο Σαραντάπηχος είναι μια έννοια που χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως, προκειμένου να περιγράψει υπερφυσικούς γίγαντες, μυθικά στοιχεία, ακόμα και ανθρώπους με μεγάλο ανάστημα. Οι Σαραντάπηχοι διακρίνονται για το μεγάλο ύψος τους που έφτανε τους σαράντα πήχες (πήχης ή πήχυς = το μήκος του χεριού από τον αγκώνα μέχρι το άκρο, 64 εκατοστά) και την υπερφυσική τους δύναμη. Ο Σαραντάπηχος πολλές φορές συγκρίνεται ή ταυτίζεται με το μυθολογικό ρομπότ της Κρήτης, τον Τάλω. Άλλη εκδοχή του Σαραντάπηχου, υποστηρίζει πως είναι υιός ή κατασκεύασμα του Δία, αδελφός του Ραδαμάνθυ. Από αυτή την εκδοχή έχει υποστηριχθεί πως ο Σαραντάπηχος είναι ο Διγενής (Γένος του Διός, Διο + γένης = Διγενής). Ιστορίες για τους Σαραντάπηχους βρίσκονται διάσπαρτες σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια και μερικές από αυτές βρίσκονται και στην Κρήτη. Συχνά, εντοπίζονται βράχοι με περίεργο σχήμα, πάνω στους οποίους φαίνεται να αποτυπώνονται τεράστια πέλματα, τα οποία θρυλείται πως είναι πατημασιές των Σαραντάπηχων. Παρακάτω παρουσιάζονται μερικές από τις ιστορίες που διασώζονται ακόμα στην Κρήτη.

Ο πονηρός γέρος και οι σαράντα Σαραντάπηχοι

Μια μέρα ρώτησα τον Πατερομανώλη που ζούσαν οι σαραντάπηχοι . Μου απάντησε ότι ζούσαν μακριά από τους ανθρώπους που δεν τους είχαν πολύ εμπιστοσύνη. Κυρίως ζούσαν σε βουνά και έβοσκαν τα πρόβατα τους. Εγώ τον ξαναρώτησα γιατί δεν είχαν εμπιστοσύνη στους ανθρώπους . Μου είπε ότι θα μου πει μια ιστορία που του την είπε ο παππούς του για να καταλάβω. Λοιπόν ήταν κάποτε ένας πονηρός γέρος που έμενε με την γριά του σε ένα χωριό που ήταν στους πρόποδες ενός βουνού, που κοντά στη κορυφή του έμεναν σαράντα σαραντάπηχοι. Ο γέρος ήταν πονηρός άνθρωπος, αλλά ήταν και φοβιτσάρης. Ένα βράδυ λοιπόν που πήγε στον στάβλο με την γριά του να κάνουν την ανάγκη τους. Είπε στη γριά του βλέποντας το φεγγάρι που ήταν γεμάτο γιατί ήταν πανσέληνος. Βρε γριά για δες ένα φεγγάρι. Ότι πρέπει για να πάω για κλεψιά. Η γριά τον κοίταξε λοξά και του είπε. Σιγά τον κλέφτη !! Εσύ φοβάσαι να πας στον στάβλο να κατουρήσεις μόνο σου και για κλεψές μιλάς !! Ο γέρος όμως εξακολουθούσε να κοιτάζει το φεγγάρι και να μουρμουρίζει. Έλα μέσα να κοιμηθούμε του λέει και άσε τις κλεψές μα δεν είσαι άξιος. Ο γέρος όμως δεν χόρταινε να βλέπει το φεγγάρι και καθυστερούσε. Νευρίασε η γριά και του λέει . Έλα μέσα γιατί θα κλείσω την πόρτα και θα σ’αφήσω έξω. Κι επειδή ο γέρος δεν έλεγε να μπει μέσα, η γριά έκλεισε την πόρτα νευριασμένη και έβαλε και τον μάνταλο. Ο γέρος μόλις κατάλαβε τι είχε γίνει, άρχισε να κτυπά την πόρτα για να του ανοίξει η γριά . Άνοιξε γυναίκα να μπω μέσα. Φώναξε . Αλλά η γριά δεν άνοιγε . Άνοιξε γριά γιατί θα πάρω το απόκοτο (απόκοτο είναι το αυγό που άφηναν στη φωλιά για να πηγαίνουν οι κότες να κάνουν τα αυγά). Πάρε ότι θες κι άσε με ήσυχη. Απάντησε η γριά. Αφού κουράστηκε να κτυπά την πόρτα και η γριά δεν του άνοιγε, πήγε στο γείτονα του και κτύπησε την πόρτα. Η ώρα όμως ήταν περασμένη και ο γείτονας κοιμόταν και δεν του άνοιξε. Το ίδιο έγινε και στα άλλα σπίτια που κτύπησε την πόρτα. Έτσι απελπισμένος ξεκίνησε να πάει σε μια στάνη που ήταν κοντά στο χωριό που γνώριζε τον βοσκό. Όμως μέχρι να πάει μαζεύτηκαν σύννεφα, έκρυψαν το φεγγάρι και έχασε το δρόμο για τη στάνη. Περπατούσε περπατούσε αλλά δεν έβρισκε τι στάνη. Ξαφνικά ενώ ανέβαινε το βουνό βλέπει ένα φως μακρυά ψηλά στο βουνό. Α σκέπτεται ο γέρος εκεί πρέπει να είναι η στάνη. Και ξεκίνησε να πάει εκεί που έβλεπε το φως. Φτάνει κοντά και ακούει τραγούδια και όργανα να παίζουν. Το φως ερχόταν από μια μεγάλη σπηλιά που μέσα χόρευαν σαραντάπηχοι. Ο γέρος κοκάλωσε από το φόβο του. Ένας σαραντάπηχος τον πήρε  χαμπάρι και τον άρπαξε με την χερούκλα του. Βρε καλώς τον παππού. Του είπε και τον έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα στο τραπέζι που ήταν γεμάτο φαγητά και κρασί. Απόψε γιορτάζουμε και σε καλούμε στη γιορτή μας. Φάε όσο θες αλλά αύριο έχουμε αγώνες και θα λάβεις και εσύ μέρος. Και τι αγώνες κάνετε ρώτησε ο πονηρός γέρος που είχε ξανάβρει το θάρρος του.


Πετάμε το βόλι μας και τρέχουμε μέχρι την κορφή του αλλονού βουνού που είναι απέναντι και ξαναγυρίζουμε εδώ. Όποιος έρθει τελευταίος καθαρίζει τη σπηλιά μας και μαγειρεύει για σαράντα μέρες. Ο γέρος σκεπτόταν πώς θα ξεγελάσει του σαραντάπηχους και θα γλίτωνε την αγγαρεία να καθαρίζει και να μαγειρεύει σαράντα μέρες. Γέμισε την βράκα του (κρητικός ήταν και φορούσε βράκες) με στάχτη και το πρωί είχε σηκωθεί πρώτος και περίμενε κορδοτός τους σαραντάπηχους. Καλά παππού δεν κοιμήθηκες; Μια χαρά κοιμήθηκα. Αλλά ήθελα να κάνω προθέρμανση να είμαι έτοιμος και έτσι έκανα μερικά χιλιόμετρα για να ζεσταθώ. Οι σαραντάπηχοι τον κοιτούσαν έκπληκτοι. Άντε τους λέει είστε έτοιμοι ; Μια και είσαι μικρόσωμος εσύ ξεκίνα πρώτος και εμείς θα σε φτάσουμε  στο δρόμο. Καλά λέει αλλά δεν πρόκειται να με φτάσετε. Και ξεκινάει λύνοντας τα μπατζάκια από τη βράκα του και γεμίζοντας τον τόπο σκόνη από τη στάχτη που είχε μέσα στη βράκα του. Οι σαραντάπηχοι τα ‘χασαν. Τι έγινε ο γέρος εξαφανίστηκε είπαν. Τόσο γρήγορα τρέχει ; Και άρχισαν να τρέχουν κι αυτοί. Ο γέρος είχε τρέξει μερικά μέτρα και κρύφτηκε σε κάτι θάμνους που είχε βρει πριν έρθουν οι σαραντάπηχοι. Μετά ξάπλωσε στο έδαφος και περίμενε να γυρίσουν. Όταν γύρισαν οι σαραντάπηχοι τον είδαν που τους περίμενε και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Βρε αθεόφοβε πήγες και γύρισες πιο γρήγορα από μας ; Είπαν. Α και μια και θα ρίξουμε βόλι ας κάνω μια προθέρμανση να ξεμουδιάσω τα χέρια μου. Είπε ο πονηρός γέρος και έσκυψε και πήρε μια πέτρα σε μέγεθος αυγού, που χωρούσε στη χούφτα του χεριού του. Που ήταν το απόκοτο (το αυγό της φωλιάς για τις κότες).
Θα σφίξω το χέρι μου και θα λιώσω την πέτρα. Θα βγει το νερό από κάτω και η φωτιά από πάνω και στο χέρι μου θα μείνουν τα θρύψαλα της πέτρας. Είπε ο πονηρός γέρος και πριν καλά καλά συνέλθουν οι σαραντάπηχοι σφίγγει το αυγό, πέφτει κάτω στο χώμα το ασπράδι και από πάνω ο κορκός και ανοίγει   τη χούφτα του χεριού του και πέφτουν τα τσόφλια κάτω. Οι σαραντάπηχοι δεν πίστευαν στα μάτια τους. Τί σόι άνθρωπος ήταν αυτός που έλιωνε τις πέτρες; Άρχισαν να ανησυχούν. Αλλά ο γέρος το βιολί του. Αααα και τώρα που ζεστάθηκε το χέρι μου να ρίξω και το βόλι. Το βόλι ήταν τεράστιο αλλά ο γέρος δεν είχε καμία πρόθεση να το σηκώσει. Πήγε δίπλα στο βόλι και είπε τρίβοντας τα χέρια του. Ανατολή και πόλη δέξου του γέρου το βόλι. Με το που άκουσαν οι σαραντάπηχοι  το γέρο που θα πετούσε το βόλι στη ανατολή και στη πόλη, του άρπαξαν τα χέρια και του λένε. Μπαρμπαδάκι εμείς το βόλι το θέλουμε εδώ κι όχι στη πόλη. Άμε στο καλό και πάρε και μερικά μουλάρια με πράματα να πας στο σπίτι σου. Έτσι ο πονηρός γέρος ξεγέλασε τους σαραντάπηχους, πήρε τα μουλάρια και γύρισε στο σπίτι του.

πηγή: http://oldstoriesforvillages.blogspot.com/

Οι δράκοι της Οξάς και οι 101 στέρνες

Ο παππούς (όπως τον φώναζα και του άρεσε) ο γείτονας ο Πατερομανώλης ο μυλωνάς, (είχε ανεμόμυλο στους βορινούς μύλους και άλεθε στάρια και κριθάρια και έφτιαχνε αλεύρι) όταν πήγαινα σπίτι του πάντα είχε μια ιστορία να μου διηγηθεί. Καμιά φορά στον Πατερομανώλη με έστελνε και η θειά μου η Μαρία όταν είχε δουλειά και εγώ την πιλάτευα να μου πει ένα παραμύθι. Τότε άρχιζε να μου λέει. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γρα με μια βουρλένια βράκα…Μετά από λίγα δευτερόλεπτα συνέχιζε. Μα κάτσε καλά να σου το πω από την άκρα. Ήξερα ότι δεν είχε όρεξη για παραμύθια γιατί είχε δουλειά. Έτσι η επόμενη κουβέντα της θειάς μου ήταν: Άντε πήγαινε να δεις αν είναι στο σπίτι ο παππούς ο Πατερομανώλης να σου πει καμιά ιστορία. Αυτή λοιπόν η ιστορία που θα σας γράψω σήμερα αρχίζει κάπως έτσι. Κάποτε πριν τον κατακλυσμό του Νώε, στην κορυφή της Οξάς κατοικούσαν σε ένα μεγάλο κάστρο γίγαντες. Ψηλοί ίσαμε 40 πήχες, οι σαραντάπηχοι. Το λιβάδι του καλολάκκου όπως και όλα τα γύρω βουνά και χωράφια ήταν δικά τους. Κατοικούσαν ψιλά στην κορυφή για να μπορούν να βλέπουν τη θάλασσα όταν θα ερχόταν τα πειρατικά καράβια ή γειτονικοί εχθροί από την ξηρά και να ετοιμάσουν την άμυνα του κάστρου. Ο βασιλιάς των σαραντάπηχων κάποτε σε ένα κυνήγι είχε πιάσει μερικά νεογέννητα δρακάκια και τα πήρε μαζί του στο κάστρο. Τα μεγάλωσε και τα εκπαίδευσε να προστατεύουν το κάστρο και τους ανθρώπους που κατοικούσαν γύρω από αυτό. Το κάστρο ήταν φτιαγμένο έτσι που να μπορούσε να αντέξει σε πολιορκία πολλών ημερών. Τα τείχη του κάστρου ήταν πολύ ψηλά. Και από τις πολεμίστρες έριχναν στους επιτιθέμενους καυτό λάδι και πέτρες ώστε να μην μπορούν να πλησιάσουν. Όσο για τρόφιμα, είχαν εκτός από τις αποθήκες, φτιάξει και 100 στέρνες που γέμιζαν με αγαθά (στάρια ,καρπούς και νερό). Είχαν και μια κρυφή στέρνα που ήταν πολύ καλά κρυμμένη που ήταν η 101η στέρνα. Εκεί μέσα φύλαγαν τα χρυσά και ασημένια κοσμήματα και νομίσματα διαμάντια και ρουμπίνια. Έτσι αν ποτέ το κάστρο έπεφτε στα χέρια εχθρών ή πειρατών να μη μπορούσαν να την βρουν. Όμως ήρθε ο κατακλυσμός και οι σαραντάπηχοι πνίγηκαν παρά τις προσπάθειες που έκαναν για να γλιτώσουν. Έμειναν μόνο τα αποτυπώματα από τα δάκτυλά τους στους βράχους του κάστρου που σώζονται μέχρι σήμερα ( τα έχω δει και ήταν εκεί όταν ανέβηκα για τελευταία φορά πριν 40 χρόνια.). Πνίγηκαν και οι δράκοι. Μόνο μια δράκαινα είχε μείνει τελευταία με το μικρό της. Πετούσε πάνω από το κάστρο που άρχισαν να το σκεπάζουν τα νερά της βροχής που δεν έλεγε να σταματήσει. Αποκαμωμένη από την προσπάθειά της να μείνει ζωντανή και στο αέρα και βλέποντας ότι την εγκατέλειπαν οι δυνάμεις της παρακάλεσε το θεό να την κάνει θαλάσσιο δράκο αυτή και το μικρό της για να μπορέσει να ζήσει στη θάλασσα και να μεγαλώσει το παιδί της. Ο θεός την λυπήθηκε και την άφησε ζωντανή στη θάλασσα αυτή και το μικρό της, χάνοντας όμως τα φτερά της και δεν θα μπορούσε να πετάξει ποτέ ξανά. Είχε γίνει ένα θαλάσσιο τέρας όπως το τέρας του Λοχ-νες. Από τότε η δράκαινα γυρίζει στο κάστρο μια φορά το χρόνο και ανεβαίνει στο κάστρο νύχτα για να μη την δουν. Ψάχνει την 101η στέρνα και την άλλη νύχτα, όταν βεβαιωθεί ότι δεν την έχει βρει ακόμα άνθρωπος ξαναγυρίζει στη θάλασσα. Αυτή είναι η ιστορία του Πατερομανώλη. Τα χρόνια πέρασαν και κάποιο καλοκαίρι όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο, πήγαμε με την θειά μου την Καδιανή στα Ατζιμπραγά να μαζέψουμε τα αμύγδαλα. Επειδή δεν προλάβαμε να τα μαζέψουμε σε μια μέρα μείναμε τα βράδυ στο σπίτι στα ατζιμπραγά. Κοιμηθήκαμε στο αλώνι που ήταν έξω από το σπίτι. Τότε θυμήθηκα την ιστορία του Πατερομανώλη και την διηγήθηκα στη θειά μου και στη Μάνα μου που ήταν κι αυτή εκεί. Η θειά μου τότε θυμήθηκε ένα περιστατικό που το έζησε όταν ήταν κοπελιά στην ηλικία μου ή λίγο παραπάνω και μας το διηγήθηκε. Ήταν και τότε καλοκαίρι και είχαν έρθει να μαζέψουν τα αμύγδαλα, με τον πατέρα της και τα αλλά μεγαλύτερα αδέρφια της. Η μάνα μου δεν είχε πάει γιατί ήταν πιο μικρή. Τη νύχτα ξύπνησαν από ένα θόρυβο σαν να κατρακυλούσαν πέτρες και ένα παράξενο βουητό σαν κάποιο τεράστιο ερπετό να κατέβαινε από την Οξά. Το βουητό πέρασε από το φαράγγι των σπήλιων και κατευθύνθηκε προς τα Λενικά και χάθηκε στη θάλασσα. Όλοι είχαν κατατρομάξει και μαζεύτηκαν να μάθουν τι ήταν. Τότε ένας παππούς ο γέρο Πυθαρούλης παππούς του Πυθαρουλογιώργη που είχε ξυπνήσει κι αυτός από τη φασαρία, τους είπε. Μη φοβάστε ήταν η δράκαινα που ανεβαίνει στη Οξά κάθε καλοκαίρι και απόψε γύρισε στη θάλασσα. Δεν πειράζει τσοι ανθρώπους, αρκεί κι αυτοί να μη την πειράζουν. Η διήγηση της θειάς μου με έβαλε σε σκέψεις. Λες να ήταν αλήθεια η ιστορία του Πατερομανώλη; Μετά ήταν και τα αποτυπώματα των σαραντάπηχων στις πλακούρες της Οξάς που τις είχα δει!! Όπως και να χει τώρα τελευταία δεν έχω ακούσει να ξανανέβηκε η δράκαινα στη Οξά…

πηγή: http://oldstoriesforvillages.blogspot.com/

Σ.Σ. Παρόμοιος μύθος για έναν κρυμμένο θησαυρό σε κάποια στέρνα είναι και ο μύθος του θησαυρού του Γουλά, τον οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Οι Σαραντάπηχοι

Στην ανατολική μεριά του χωριού είναι το ξωκκλήσι του «Άη Γιώργη του Ψαθά», ανάμεσα σε λιόφυτα και κήπους. Εκεί πιστεύουν οι χωριανοί πως είναι θαμένοι οι «Σαραντάπηχοι», φοβερά ξωτικά που είχαν ανάστημα σαράντα πήχες…

Αυτό το πιστοποιούσαν και τα κόκκαλά τους που βρέθηκαν γύρα σε ‘κείνο το ξωκκλήσι – κάτι τεράστιες κνήμες και λεκάνες που ανήκαν ασφαλώς σε άλογα ή άλλα μεγάλα ζώα… Τέτοια όμως ερμηνεία δεν ήθελαν για κανένα λόγο να την ακούσουν οι χωριανοί που στο κάτω κάτω ήτανε και… ανευλάβεια, αφού κατακυρώθηκαν στους Σαραντάπηχους… αφού μάλιστα δεν ήσαν λίγοι που τους είδαν τα μεσάνυχτα να τριγυρνούν μέσα στα γύρω λιόφυτα… Μα κι ένα σωρό άλλες φήμες κυκλοφορούσαν σ’ όλη την περιοχή για τα παράξενα αυτά όντα… Γι’ αυτό ήτανε γνωστό πιά πως στο μέρος εκείνο εφάντασε… κι’ όσοι περνούσαν έκαναν το σταυρό τους να τους γλυτώσει ο Άγιος από του Σαραντάπηχους…

Εκεί δίπλα στο ξωκκλήσι ήτανε ένα από τα λιόφυτα του Σπυριδοκωνσταντή, το μοναδικό που του είχε μείνει δίψως να μαζέψει τις ελιές, γιατί τάλλα τάχε τελείωσει το χρόνο εκείνο…

Αν και ήτανε παραμονή των Χριστουγέννων ο Σπυριδοκωνσταντής δεν μπορούσε να αναβάλλει το μάζεμα σε ‘κείνο το λιόφυτο, γιατί ο καιρός ήτανε καλός και δεν ήξερε αν μετά τις γιορτές θα πιάναν οι χιονιές…

Το πρωί λοιπόν, ήταν στο πόδι όλη η οικογένεια και με το μουλάρι φορτωμένο τις ανάπλες, τα κοφίνια, τις ντέμπλες, τις κατσούνες, το φαγητό της ημέρας και στα σκαρβέλια δεμένη κι η κατσίκα, ξεκινούσε.

Ο Σπυριδοκωνσταντής πήγαινε μπροστά με το μουλάρι και με μια θεόρατη ντέμπλα στον ώμο και πίσω ακολουθούσαν, η γυανίκα του η Ανεζίνα μια αντρογυναίκα ως εκεί πάνω, η κόρη του Ροδάνθη, ψηλό, ροδοκόκκινο κορίτσι με χαρούμενο πρόσωπο, ο Νικολής, ο πρώτος του γυιός, που ήτανε αρραβωνιασμένος με το Καλλιό του Λουμπούνη και το Μιχελιό το στεροβύζι, που τελείωσε φέτος το Δημοτικό σκολειό, με πολλά βάσανα, γιατί δεν έπαιρνε τα γράμματα. Όλοι τους με τα καλάθια στο χέρι και τα ρασίδια με φορεμένες τις κουκούλες, ετραβούσαν καθώς έφεγγε πιά, τον ανηφορικό δρόμο προς το «Πασπάρι» που θα τους έφερνε στο λιόφυτο…

Σε λίγο όλο το «συνεργείο» ήτανε πεσμένο στη δουλειά: Η Ανεζίνα με την κόρη της έστρωνε τις ανάπλες κάτω από τις ελιές για να πέφτει πάνω τους ο καρπός και να μαζεύεται εύκολα, ο Νικόλης ανέβαινε πάνω στα δέντρα και ράβδιζε κατά σειρά τα ψηλά κλωνάρια, κι ο πατέρας του από κάτω με τη μακριά ντέμπλα του, εράβδιζε κι αυτός τα χαμηλότερα κλωνιά. Η Ανεζίνα πάλι με τη Ροδάνθη μάζευε γύρω τις ελιές που ξέφευγαν πέρα από τις ανάπλες, γέμιζαν τα καλάθια τους και τάχυναν στα κοφίνια κι ύστερα στα τσουβάλια. Το Μιχελιό βοηθούσε κι αυτό στο μάζεμα και μαζί επρόσεχε το μουλάρι και την κατσίκα που ήσαν δεμένα στην κάτω πεζούλα που χε πολύ χορτάρι.

Όλη σχεδόν την ημέρα δεν άκουε κανένας παρά τους χτύπους από το ράβδισμα και το τραγούδι του Νικολή που καθώς χτυπούσε τα κλαριά ανεβασμένος στα δέντρα, τραγουδούσε τις πιο παθητικές μαντινάδες, έχοντας πάντα με το νου του την αρραβωνιαστικιά του, το Καλλιό.

«Ε τσοι παντέρμες τσοί ελιές και να ξερριζωθούνε, πόσες αγάπες κάνουνε ως που να μαζωχτούνε…»

Να αφήσεις θες μωρέ το τραγούδι, μόνο έχεις αλλού το νου σου και χτυπάς όπου λάχει το δέντρο και το κατάσπασες;
του φώναξε μια στιγμή ο πατέρας του δείχνοντας χάμω τα σπασμένα κλωνιά.

Κι η Ανεζίνα πρόστεσε:
-Ντα δε θωρείς και πως δεν πέφτει ελιά στην ανάπλα μόνο σκορπούνε απόξω γύρου – γύρου, απού το ζόρε που βάνει να τωσε χτυπά;

Ο Νικολής ήξερε πως ο πατέρας του δεν ήτανε και πολύ ευχαριστημένος με τον αρραβώνα του – όχι τάξε πως δεν ήτανε καλή κοπέλα το Καλλιό, γιατί και νοικοκυροπούλα ήτανε και φρόνιμη και όμορφη, μα γιατί ο Νικολής εβιάστηκε να αρραβωνιαστεί και δεν επερίμενε να νοικοκυρευτεί πρώτα η Ροδάνθη, καθώς ήτανε η τάξη. Στις παρατήρησεις λοιπόν αυτές απάντησε:
-Οι ελιές είναι άγουρες και πρέπει να τωσε χτυπώ γερά για να πέφτουνε και για κειονά σκορπούνε κιόλα! Μα αυτό απού σάσε κάνει να μουρμουρίζετε είναι πως τραγουδώ… Ντα δεν ετραγουδήτε και του λόγους σας όντον ήσαστε αρραβωνιασμένοι;

Ναίσκε! Απάντησε η μητέρα του χαμογελώντας και συνεχίζοντας το μάζεμα των ελιών, μα εμείς όνταν ετραγουδούσαμε, δεν εραβδίζαμε ελιές…

Τραγούδιε, μωρέ Νικολή και μην ακούς, είπε γελώντας η Ροδάνθη.

Ετσά!… βάνε του φυτήλι να ρίξη κάτω όλη την ελιά! Διαμαρτυρήθηκε ο Σπυριδοκωνσταντής.

Όλη η μέρα πέρασε έτσι, σχεδόν δίχως ανάπαυση και κατά το βράδυ πιά που είχαν τελειώσει αφού λύχνισαν γέμισαν τέσσερα τσουβάλια ελιές. Εφόρτωσαν ύστερα τα δυό στο μουλάρι μαζί με τα πράματα και τάλλα δυό τσουβάλια θα τάφηναν εκεί και θα γύριζε ο Σπυριδοκωνσταντής να τα πάρη σε άλλη μια στραθιά με το μουλάρι…

Ωστόσο, όμως, έπρεπε κάποιος να τα φυλάξη γι’ αυτό ο πατέρας του φώναξε στο Μιχελιό:

Εσύ, Μιχελιό, θα κάτσης να φυλάξης τα σακιά και την κατσίκα εκειά πούναι δεμένη, ως που να ξαναγυαΐρω με το με το μουλάρι να σε πάρω!...

Στη διαταγή αυτή το Μιχελιό διαμαρτυρήθηκε:

Δε! Δε! Δε κάθομαι! Εγώ φοβούμαι!
Ίντα φοβάσαι μωρέ;
-Τσοί Σαραντάπηχους!
Που τσοί θωρείς, μωρές, τσοι Σαραντάπηχους; Γη κάθεσαι κι ακούς τω γυναικώ τσοι κουζουλάδες; Να κάτσης και μιλιά! Ακούς;

Με το απειλητικό ύφος που ο Σπυριδοκωνσταντής συνόδεψε την τελευταία διαταγή του, το Μιχελιό έπαψε βέβαια τις διαμαρτυρίες του, μα δεν έπαψαν και οι φόβοι του. Έτσι σαν είδε τους άλλους να φεύγουν, κάθισε πάνω στα τσουβάλια και άρχισε να κοιτάζει την εκκλησιά, απ’ όπου ήταν ο κίνδυνος να φανερωθούν οι Σαραντάπηχοι… Και μέσα στο μυαλό του γινότανε τρικυμία! Θυμότανε τώρα όλες τις ιστορίες που είχε ακούσει, γι αυτούς που τους έβλεπαν να περπατούν μέσα στις ελιές τις νύχτες, με τις θεόψηλες ποδάρες τους, κι άρχισε τώρα να κάνει το Σταυρό του. Είχε για καλά νυχτώσει και καθώς κοίταζε, του φαινότανε πως έβλεπε σκιές να σαλεύουν μέσα στα δέντρα… Εσηκώθηκε πάνω κι έκανε αδιάκοπα το Σταυρό του και μαζί ήτανε έτοιμος να το βάλει στα πόδια.

Άξαφνα άκουσε πατήματα, εκεί κοντά στην εκκλησιά κι ένα θόρυβο σαν να άνοιγε η πόρτα της. Πραγματικά ήτανε η Κορωνοζαμπιά που γύριζε αργά από τον κήπο της και πέρασε να ανάψη τα καντήλια του Αγίου, παραμονή του Χριστού, καθώς ήτανε.

Όταν το Μιχελιό, με την επαναστατημένη φαντάσια του, είδε και φως μέσα στην εκκλησιά, επίστεψε οριστικά πως είχαν σηκωθεί οι Σαραντάπηχοι και μπήγοντας μια άγρια άναρθρη φωνή, άρχισε να τρέχη άσκοπα μέσα στις ελιές. Καθώς όμως έτρεχε, φάνηκε μπροστά του καθαρά πιά ένας… Σαραντάπηχος!

Ήτανε η κατσίκα τους, που είχε στηριχτή στα πισινά της πόδια κι είχε σηκωθή όρθια ακουμπώντας με τα μπροστινά σ΄ένα κλαρί, τρώγοντας τα φύλλα του.

Έτσι με τη φαντασία του ξαναμμένη καθώς ήτανε, βλέποντας και την κατσίκα σ’ αυτή τη στάση, την πήρε για Σαραντάπηχο κι άρχισε να τρέχη πιό διαβολεμένα σταυροκοπούμενο και φωνάζοντας:

«Πάτερ ημών! Αναθεμάσε Σαραντάπηχε! Χριστός γεννάται… Εχάθηκα μάννα μου! Ω! Ω ώφου! Ιντάπαθα!»

Στο μεταξύ η κατσίκα που είχε λυθή, τον ακολουθούσε, τρέχοντας, σέρνοντας και το σχοινί της… το Μιχελιό ακούοντας πίσω του το θόρυβο της κατσίκας και του σχοινιού καθώς σερνότανε, του φάνηκε πως το κυνηγούσαν ολόκληρα από Σαραντάπηχους κι έβαλε όλη του τη δύναμη να τρέχη τόσο, που οι φτέρνες του έφταναν στους ώμους του, ενώ μαζί εφώναζε λαχανιαστά:

«Πιστεύω σ’ ένα Θεό… ώφου… ώφου !…», «εν τη γεννήσει την παρθενία σου»… «διάλε- διάλε τσ’ αποθαμένους τως και πιάσανέ με…»

Έτσι τρέχοντας και μονολογώντας έφτασε χωρίς να το κατάλαβη στο σπίτι του, όπου βρήκε τον πατέρα του να ξεφορτώνη ακόμη το μουλάρι.

Ίντα τρέχει μωρέ Μιχαλιό; ρώτησε ανήσυχος βλέποντάς το κατακόκκινο και ξελαχανιασμένο.

Οι Σαραντάπηχοι! Πρόφταξε να πη και κάθισε αποκαμωμένο στο κατώφλι…

Ποιοί Σαραντάπηχοι, μασκαρά, κι ήφηκες τα σακκιά κι ήφυγες να μας τα πάρουνε;… και βιαστικά καβάλησε το μουλάρι και ξαναγύρισε στο χωράφι, ενώ το Μιχαλιό διηγότανε στη μητέρα του και στην αδερφή του την καταδίωξή του από τους Σαραντάπηχους.

4 Comments »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: