Μετάβαση στο περιεχόμενο

Θρύλοι του Μεραμπέλου: Ο θησαυρός του Γουλά

Όποιος περιδιαβαίνει τους δρόμους του σημερινού Αγίου Νικολάου, της όμορφης πρωτεύουσας του νομού Λασιθίου, χαίρεται και θαυμάζει τα σύγχρονα ξενοδοχεία, τα ακριβά καταστήματα, τα κέντρα διασκέδασης, τη Λίμνη…

Η πόλη είναι ίσως από τις πιο τουριστικά αναπτυγμένες πολιτείες της Κρήτης και κάθε καλοκαίρι οι ξένοι είναι περισσότεροι από τους ντόπιους! Κι εδώ, όπως σε κάθε τουριστικό τόπο, μαζεύονται από τα πέρατα της οικουμένης άνθρωποι κάθε κατηγορίας. Άλλοι αναζητούν τον ήλιο και τη θάλασσα, άλλοι ψάχνουν για κάτι καινούριο ή ασυνήθιστο κι άλλοι, τέλος, λαχταρούν να περπατήσουν στο χώρο, που υπήρχε Λατώ!

Εδώ, αναφέρει ο τουριστικός οδηγός Λασιθίου, «πανάρχαιοι πολιτισμοί, επικίνδυνες ιστορικές καμπές, με όλες τις συνέπειες του μεγαλείου και της φθοράς, της ζωής και του θανάτου, της πτώσεως και της αναστάσεως, τρομερές διακινήσεις λαών, με ανεξίτηλα τα αιματηρά σημάδια του νου και της καρδιάς, στολίζουν τη θύμηση. Κι ένας νιόπλαστος πολιτισμός, με όλες τις ώριμες προϋποθέσεις μιας σύγχρονης εξελίξεως, έρχεται στην άμεση εμπειρία.

Ο τόπος αυτός είναι φτιαγμένος για όλα αυτά και περισσότερο, για να δίδει το παρόν σ᾿ όλες τις χώρες, να παίρνει, να αναπλάθει, να δημιουργεί, να χαρίζει, να προσφέρει και προσφερόμενος να μεταπλάθει και να οικοδομεί. Με λίγα λόγια είναι ένα κομμάτι ατόφιο Κρητικής γης με όλα τα κοσμογονικά στοιχεία του δυναμισμού και του πνεύματος. Τούτο διαλαλεί το παρελθόν: Μια πολιτεία με όλη της την άνθηση στο εμπόριο και τις τέχνες ξεκινά μακρύτερα από οκτώ π.Χ. αιώνες. Ονομάζεται Λητώ ή Λατώ προς Καμάρα…».

Λατώ!… Προέρχεται άραγε το όνομα από τη Λητώ τη μητέρα του Απόλλωνα ή από τη λέξη λας = τόπος βραχώδης (απ’ όπου και το σημερινό: λατόμος);

Πάντως και μόνο η προφορά του ονόματος ανακαλεί στη μνήμη μας κάποιες άλλες λέξεις, γιατί στην αρχαιότητα υπήρχαν δύο πόλεις με το ίδιο όνομα σε τούτη την περιοχή και για να τις ξεχωρίζουν έλεγαν τη μια «Λατώ προς Καμάραν» και την άλλη «Λατώ η Ετέρα».

Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι στην πραγματικότητα οι δυο πολιτείες αποτελούσαν διοικητικά ένα σύνολο, αφού η μια είχε για λιμάνι της την άλλη. Λένε, δηλαδή, πως εκείνοι οι μακρινοί πρόγονοί μας έκαναν ό,τι ακριβώς και οι σημερινοί που το χειμώνα μένουν κοντά στη θάλασσα, σε παραθαλάσσιους οικισμούς, και την άνοιξη ανεβαίνουν ψηλότερα, στο κανονικό τους χωριό. (Μιλούμε φυσικά για τους απλούς ανθρώπους κι όχι για κείνους που εκμεταλλεύονται τον τουρισμό).

Και στην περίπτωσή μας, λοιπόν, η «Λατώ προς Καμάραν» βρισκόταν στη θέση του Αγίου Νικολάου, ενώ στην περιοχή της Κριτσάς, σε μια τοποθεσία που τη λένε «Γουλά», βρισκόταν η άλλη Λατώ «η Ετέρα».

Οι πληροφορίες, που μας έδωσαν οι ανασκαφές των αρχαιολόγων, δε φώτισαν αρκετά τη ζωή στις δύο Λατώ. Φαίνεται πως προϋπήρχαν της καθόδου των Δωριέων κι ότι λάτρευαν την ίδια θεότητα, την Ειλειθυία. Φαίνεται ακόμη ότι στη μεγαλύτερη ακμή τους βρίσκονταν γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ., μα οι Αγιονικολιώτες και οι Κριτσώτες δεν περιμένουν τους αρχαιολόγους, για να μάθουν για κείνες τις αρχαίες πολιτείες. Αυτοί πιστεύουν στο θρύλο που τις περιβάλλει και που δε χρειάζεται ούτε έρευνες ούτε ανασκαφές. Ας τον επαναλάβουμε με δικά μας λόγια:

… Στα χρόνια τα παλιά, κοντά στη σημερινή Κριτσά του Μεραμπέλου υπήρχε μεγάλη και τρανή πολιτεία. Οι κάτοικοι είχαν χτισμένα τα σπίτια τους γύρω στην οχυρή θέση του Γουλά, που την είχαν σαν Ακρόπολη, καλλιεργούσαν τη γη και χαίρονταν τα καλά της. Το νερό ήταν λίγο δύσκολο, μα είχαν ανοίξει 100 πέτρινες στέρνες κι υδρεύονταν από τις 99. Έτσι ζούσαν ευτυχισμένοι. Μα η θάλασσα, που απλωνόταν μπροστά τους, ο κόλπος του Μεραμπέλλου, ήταν μια καθημερινή πρόκληση όχι μονάχα για τα μάτια, μα και για την καρδιά, που δεν μπορούσαν να την αγνοήσουν. Κατέβηκαν, λοιπόν, στην παραλία, έχτισαν σπίτια, έφτιαξαν πλεούμενα, ανοίχτηκαν στο πέλαγος κι άρχισαν να τρυγούν της θάλασσας τα πλούτη. Έγιναν ψαράδες κι έμποροι. Τα πλεούμενά τους, που αργοσάλευαν στην αρχή στον ήσυχο κόλπο, ξεχύθηκαν αργότερα στο πέλαγος, ανακάλυψαν τους θαλασσινούς δρόμους, που είχαν χρησιμοποιήσει παλιότερα συμπατριώτες τους από την Κνωσό και τις άλλες παράλιες πόλεις του νησιού, πουλούσαν το λάδι και τ’ άλλα προϊόντα του τόπου τους και τα πλούτη άρχισαν να σωριάζονται στη μακαριστή πολιτεία.

Στο μικρό πληθυσμό της παραλίας πλήθαινε κάθε μέρα ο κόσμος και μαζί τους πλήθαιναν και τα σπίτια. Σιγά σιγά πόλη ολόκληρη σχηματίστηκε που την είπανε κι αυτή Λατώ, αλλά για να την ξεχωρίζουν από την «άλλη», την έλεγαν «Λατώ προς Καμάραν», από τη γέφυρα που πρέπει να υπήρχε κοντά στη λίμνη του σημερινού Αγίου Νικολάου.

Τα πλούτη, βέβαια, δεν τ’ άφηναν στην καινούρια Λατώ παρά τα πήγαιναν στην παλιά, όπου ο τόπος ήταν πιο προφυλαγμένος, πιο κατάλληλος για φύλαξη του όποιου πολύτιμου. Κι από τις εκατό στέρνες που είχαν χτίσει, για να συγκεντρώνουν νερό της βροχής, κράτησαν μια και την έκαμαν θησαυροφυλάκιό τους.

Το χειμώνα σταματούσαν τα ταξίδια, οι άνθρωποι απολάμβαναν τους κόπους τους στη ζεστασιά του σπιτιού και σαν ερχόταν η άνοιξη, το πέλαγος καλοσυνάτο τούς άνοιγε ξανά την αγκαλιά του. Τότε έβρισκαν την ευκαιρία και μπάρκαραν από ᾿δώ και κάποιοι παράτολμοι Κρητικοί, που δεν τους χωρούσε το νησί κι αναζητούσαν περιπέτειες στα ξένα, όπου και κατατάσσονταν, οι περισσότεροι, μισθοφόροι σε δυνάστες και τυράννους εκείνου του καιρού.

Έχουν να πουν ότι ανάμεσα σ’ αυτούς, που ξενιτεύτηκαν, ήταν και ο Ανδρότιμος, που πήγε στην Αμφίπολη της Μακεδονίας κι έγινε σύμβουλος του βασιλιά Φιλίππου. Αργότερα ο γιος του, ο «Νέαρχος ο Ανδροτίμου Κρης, των Αλεξάνδρω τω μεγάλω συστρατευσαμένων ο διασημότατος», όπως γράφει ο Αρριανός, έγινε ο μεγαλύτερος και τολμηρότερος θαλασσοπόρος όλων των αιώνων κι οδήγησε το στόλο του μεγάλου Μακεδόνα στρατηλάτη ίσαμε την Ινδία…

Κάθε φορά που έφευγαν τα πλεούμενα, μα προπαντός κάθε που γύριζαν στο λιμάνι, γινόταν γλέντι μεγάλο με τραγούδια και χορούς. Και τι χορούς! Λες κι είχαν φτερά στα πόδια τους και δεν πατούσαν τη γης… τέτοια επιδεξιοσύνη είχαν!…

Οι καλλιτέχνες εκείνου του καιρού αποθανάτισαν τους λεβεντόκορμους χορευτές και σήμερα μπορεί καθένας να τους αποθαυμάσει στο ανάγλυφο, που τους παριστάνει να χορεύουν τον ηρωικό χορό της Πρύλιδος, δηλαδή τον γνωστό μας Πυρρίχιο!…

Τα πλούτη μέρα με τη μέρα πλήθαιναν και οι Λατώοι ευτυχισμένοι θα τα χαίρονταν, μπορεί κι ίσαμε σήμερα, αν δεν ερχόταν αναπάντεχα το κακό. Οι κάτοικοι της Δρήρου, μιας γειτονικής τους πολιτείας, ζήλεψαν τα πλούτη, που καθημερινά συγκεντρώνονταν στη στέρνα του Γουλά, και ξεχύθηκαν να τ’ αρπάξουν!

Η πόλη βρέθηκε αφύλαχτη και τα τείχη, που την έζωναν, δε στάθηκαν από μόνα τους ικανά να την προστατέψουν. Οι Δρήριοι μπήκαν μέσα κι έκαψαν κι αιχμαλώτισαν και σκότωσαν… Τις μεγαλύτερες συμφορές τις φέρνει πάντα ο εμφύλιος πόλεμος!

Από τότε η πόλη έγινε σωρός χαλάσματα. Κι ούτε τραγούδια, ούτε γλέντια, ούτε κουβέντα για θησαυρούς και πλούτη. Όσα υπήρχαν ἰσαμ᾽ εκείνη τη σημαδιακή μέρα -οι Δρήριοι δεν μπόρεσαν να τα βρουν– μένουν κρυμμένα στη μυστική κρυψώνα και περιμένουν τον τυχερό που θα τ᾽ ανακαλύψει.

Μερικοί λένε πως τα φυλάει ένας αράπης και πως οι παλιοί τον θωρούσαν να τ’ απλώνει στον ήλιο και ότι μια γυναίκα το μαρτύρησε κι από τότε δεν ξαναφάνηκε… Η παράδοση όμως λέει ότι ο θησαυρός μια μέρα θα βρεθεί. Θα τον βρει «χήρας γιος, χοιροβοσκός, που θα τον λέν᾽ Αντώνη…».

Η καταστροφή της Λατώς πρέπει να ήταν φοβερό γεγονός για όλους τους κατοίκους της περιοχής. Αλλιώς, κατά τη γνώμη μου, δεν εξηγείται το γεγονός ότι πέρασε στο στόμα του λαού κι έγινε θρύλος. Να, πώς τον έχει καταγράψει στα «Ραντολόγια» του ο Γιώργης Περάκης:

«Εκειά πέρα στο Γουλά, ήτονε παλιά, μια μεγάλη και τρανή πολιτεία κι είχενε μαθές, πολλούς ανθρώπους και πλούσους.

Σαν ήρθανε όμως απ᾿ αλάργο οχτροί και τσοι πολεμήσανε, όλα τα χρυσαφικά ντως και τα λεφτά ντως τα χώσανε μέσα σε μια μεγάλη πέτρινη στέρνα, από τσι εκατό απού ‘χενε ο Γουλάς και τα θάψανε στο μπάτο τση γης, για καλό και για κακό, που ανέ νικηθούνε, να μην τως τα πάρουνε.

Επαλέψανέ τσοι τσ’ οχτρούς τως κάμποσες μέρες και εσυντρέμανε και οι γυναίκες και τα κοπέλια. Εκάμανέ ντως τάξε πετροπόλεμο, που ήναψε. Μα οι οχτροί ‘τονε πολλοί, μιλιούνια ολόκληρα κι είντα να σου κάμουγε οι μαύροι. Επήρανέ ντως το Γουλά και τονέ χαλάσανε. Τσ’ αθρώπους τσοι κουρσέψανε και ξεκληρίσανε ολότελα. Κιανείς τως δεν επόμεινε κι από τοτεσά ερήμαξ᾽ ο Γουλάς.

Εγυρέψανε ύστερα οι οχθροί, να βρούνε τα χρυσαφικά ντως και τσοι παράδες τως, μα πράμα. Ετσά δροσά!! Επρόκαμε ένας αράπης, το στοιχειό του Γουλά, και τα φύλαξε καλά κι ακόμη τα φυλάσσει.

Ποιος δα να ‘ναι ο τυχερός που δα τα βρει ανέ του τα φανερώσει το στοιχειό, κιανείς δεν τονέ κατέχει. Κι είναι, που λες, πολλά τα χρυσαφικά και τα λεφτά. Τόσα πολλά, που ανέ βρεθούνε, δα πλουτίσει μονομιάς, όλο τση Κρήτης το νησί».

Όποιος περιδιαβαίνει το χώρο ανάμεσα στο τρίγωνο Άγιος Νικόλαος-Κριτσά-Λακώνια (μερικοί λένε πως έπρεπε να ονομάζονται Λατώνια), σ᾿ ένα χώρο, που όλο και δυναμώνει ο ρυθμός της ζωής, διαισθάνεται πέρα από τους ίσκιους που τρεμοπαίζουν ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων και των θάμνων, να τρεμοπαίζουν και οι σκιές της Λατώς, της φημισμένης πολιτείας, που για αιώνες σημάδεψε με την παρουσία της τον τόπο, ώστε πέρασε ακόμη και στη σφαίρα του θρύλου…

Πηγή: Χαρωνίτης Βασίλης, Η Κρήτη των θρύλων, Τέταρτη Έκδοση, (Αθήνα: 2004, Κρητικά Γράμματα)

ΣΣ. Παρόμοιος μύθος για ένα θησαυρό σε κάποια κρυμμένη στέρνα υπάρχει και για το βουνό Οξά, κοντά στην Ελούντα, όπου σύμφωνα με το μύθο μια Δράκαινα, που τη μεγάλωσαν οι Σαραντάπηχοι, έκρυψε τους θησαυρούς της σε μια στέρνα. Για το μύθο και τους Σαραντάπηχους μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

1 σχόλιο »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: