Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ο/Η Κριτσωτοπούλ@

Της Ελένης Ρήγα

Μιαν ομιλία θα σας πω λαμπρά και εκτεταμένη
όπου η Ιστορία μας την είχε σκεπασμένη…

Το 1820, κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, στο χωριό Κριτσά ή
Κλεφτοχώρι της Κρήτης ζούσε ο ξακουστός υιός Μανώλης / η ξακουστή
κόρη Ροδάνθη.

Πρώτα γεννήθηκε η Ροδάνθη, η κόρη του παπά του χωριού. Ο φιλέλληνας
Μοσχοβός τής έδωσε το όνομά της, που σημαίνει ανθισμένο τριαντάφυλλο.
Με εντολή και έξοδά του, η κόρη θα μορφωνόταν, πράγμα ασυνήθιστο για τα
κορίτσια της εποχής αλλά και για τα φτωχά αγόρια. Όταν λοιπόν έγινε πέντε
ετών, ο πατέρας της την πήγε στο μοναστήρι της Φανερωμένης για να λάβει
την εκπαίδευσή της, όπως είχε συμφωνηθεί. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που
ντύθηκε με «αγορίστικα» ρούχα. Εκεί έμαθε να διαβάζει, να γράφει, να κάνει
υπολογισμούς, να αντιλαμβάνεται τους νόμους της φύσης και τους νόμους
του Θεού, οι οποίοι δεν ταυτίζονταν πάντα. Παρ’ όλα αυτά, οι δεύτεροι ήταν
σημαντικότεροι, σύμφωνα με τον Δάσκαλο. Έμαθε επίσης να παλεύει όπως οι
συμμαθητές της. Τα γρήγορα αντανακλαστικά και ο εξαιρετικός συντονισμός της
την έκαναν αμέσως να ξεχωρίσει και να κερδίζει ακόμα και τους πιο δυνατούς
από αυτούς. Για να προστατεύσει την ταυτότητά της, η Ροδάνθη άρχισε να ακούει στο όνομα «Μανώλης». Από τότε που η Ροδάνθη «φανέρωσε» τον Μανώλη, κανένα όνομα δεν αντήχησε πιο γλυκά στα αυτιά της. Μανώλης, Μανώλης, Μανώλης, μέλι και ζάχαρη!

Τρία χρόνια αργότερα, ο πατέρας του γύρισε για να τον παραλάβει. Είχε πια
μεγαλώσει και δεν θύμιζε σε τίποτα το παιδί που είχε αφήσει πίσω του. Όταν
απομακρύνθηκαν αρκετά από το μοναστήρι, του έδωσε πίσω τα φορέματά του.
Ναι, θα έμπαινε ξανά στον ρόλο της Ροδάνθης αλλά, όχι χωρίς κάποιο δισταγμό.
Τα μαλλιά της χρειάστηκαν κάποιους μήνες να μακρύνουν και να πιαστούν ξανά
όμορφες χρυσόξανθες πλεξούδες. Έμαθε να κλώθει, να υφαίνει, να κεντάει, να
μαγειρεύει, να πλένει και έγινε αξιέπαινη νοικοκυρά. Καμιά φορά δυσκολευόταν
να ακούσει στο παλιό της όνομα και πρόφερε από μέσα της κάθε τόσο το όνομα
«Μανώλης». Η λήθη νικήθηκε τελικά από την επανάληψη. Ροδάνθη, Ροδάνθη,
Ροδάνθη, τι ανοίκειο που είναι όταν ακούς το όνομα σου!

Το πρωί σηκωνόταν, έτρωγε το ψωμί που είχε πλάσει το προηγούμενο βράδυ
και πήγαινε κατευθείαν στον αργαλειό της. Ήταν πρόσχαρος άνθρωπος και είχε
μεγάλη αδυναμία στο τραγούδι. Όσοι την άκουγαν έλεγαν ότι η φωνή της ήταν
σαν του αηδονιού! Ωστόσο εκείνο το πρωί η μάνα της όρμησε μέσα στο σπίτι
ξαφνικά και τη σταμάτησε. Ήταν μια δούλα, μια υποταγμένη, και η χαρά της ήταν
επικίνδυνη.

Η φωνή της όμως πρόλαβε και έφτασε στα αυτιά του Χουρσίτ, ενός σκληρού
Οθωμανού στρατηγού που έτυχε να βρίσκεται στην περιοχή. Γι’ αυτόν η Ροδάνθη ήταν σαν ένα αηδόνι στο κλουβί. Εκεί ανήκουν τα αηδόνια του εχθρού. Παρόλα αυτά, τα μάτια του δεν συνάντησαν ποτέ την όψη της. Ερωτεύτηκε το τραγούδι της και ζήτησε από τον παλιό του φίλο Ομέρ να του φέρει την «τραγουδίστρια» για να την κάνει δική του. Εκείνος, με τρόμο στα μάτια, αρνήθηκε. Η Κριτσά δεν ήταν εύκολος τόπος για να τον διασχίσεις. Στο τέλος, με τα πολλά πείστηκε και οργάνωσε μια σκληρή και αδίστακτη ομάδα.

Εκείνο το πρωί η μάνα της Ροδάνθης καθόταν στα σκαλιά της εισόδου και
ψιλόκοβε λαχανικά, όταν είδε τους άντρες να φτάνουν. Ήξερε ότι δεν θα
προλάβαινε να φύγει. Έμεινε και επιχείρησε να κρύψει τον φόβο της όσο
καλύτερα μπορούσε. Η μυρωδιά του φόβου εξαγριώνει τον εχθρό, όπως λένε.

«Πού είναι η κόρη σου, γυναίκα;», ρώτησε ο Ομέρ.
«Δεν είναι εδώ. Έχει πάει να φέρει νερό από το πηγάδι», αποκρίθηκε εκείνη.
«Άστα αυτά, κάνε στην άκρη, την κρύβεις», είπε κι έσπρωξε την πονεμένη μάνα.

Όταν η Ροδάνθη είδε τους άντρες να εισβάλλουν στο σπίτι της, γνώριζε τι
επρόκειτο να συμβεί. Το σώμα της δεν άντεξε. Λιποθύμησε πάνω στο ύφασμα που δούλευε εκείνη τη μέρα. Οι άντρες τη σήκωσαν και έκαναν να τη μεταφέρουν
έξω, ενώ η μητέρα της παρακαλούσε να την αφήσουν. Η Ροδάνθη βρήκε τις
αισθήσεις της και άρχισε να κλαίει. Ο Ομέρ την ενθάρρυνε κοροϊδευτικά να
ζητήσει την ευχή της μάνας της προτού τη σκοτώσει.

Τελικά έβγαλε το μαχαίρι και δολοφόνησε τη μητέρα της χωρίς ενδοιασμούς.
Η ζωή της, άλλωστε, ήταν άνευ σημασίας. Ήταν μια γριά γυναίκα και άρα δεν
μπορούσε πια να παράγει και να αναπαραχθεί. Ήταν επίσης μια σκλάβα, μια
υποταγμένη, μια αλλόθρησκη. Δεν κάνει μόνο φόβητρον για τα πουλιά στα
αμπέλια
! H Ροδάνθη λιποθύμησε ξανά μπροστά στο άψυχο κορμί.

Όταν έφτασαν στο σπίτι του Χουρσίτ και ενώ η Ροδάνθη βρισκόταν ακόμα σε
σοκ, ο Χουρσίτ άρχισε να πυροβολεί στον αέρα. Ο ήχος δεν έφτανε στ’ αυτιά της.

Ένιωθε όμως τη δόνηση στο κορμί της. Κάποιοι λένε ότι ο Χουρσίτ τη λυπήθηκε
και ότι στην πραγματικότητα για μια στιγμή είδαμε όλη την ευαλωτότητα που
έκρυβε πίσω από την αρρενωπότητά του. Τη Ροδάνθη τελικά την ανέλαβαν οι
γυναίκες από το χαρέμι. Ο καλλωπισμός της διήρκεσε ώρες ολόκληρες, καθώς η
κόρη δεν ήταν σε θέση να συνεργαστεί. Με την πείρα που διέθεταν επιστράτευσαν τα πιο δυνατά «φίλτρα» που είχαν στη διάθεσή τους για να κάνουν τη Ροδάνθη να δείχνει ήρεμη και χαμογελαστή τη μέρα του γάμου της, να μοιάζει περισσότερο με ανθισμένο τριαντάφυλλο παρά με καμένη γη.

Ο γάμος έγινε ασφαλώς όπως όριζε το Κοράνι. Οι ψαλμοί στη θεία χάρη του
Αλλάχ δονούσαν την ατμόσφαιρα. Το ζευγάρι ήταν πια παντρεμένο στα μάτια του
προφήτη. Τώρα ο Χουρσίτ ήταν κύριος και αφέντης της Ροδάνθης εις διπλούν.
Δεν άργησε να της ριχτεί, αν και εκείνη τον παρακαλούσε να περιμένει. Όπως και
έκανε, άλλωστε, καθώς η επιθυμία της νύφης ήταν προσταγή.

Το ένστικτο της επιβίωσης του κατακτημένου κάνει το αίμα να βράζει. Με το
σπαθί που είχε αφήσει στην άκρη του κρεβατιού ο γυμνός και περιχαρής Χουρσίτ, η Ροδάνθη τον σκότωσε. Τα μάτια της έλαμπαν πάνω στο ματωμένο σώμα. Φόρεσε τα ρούχα του, κράτησε τα όπλα του και βγήκε στην πλατεία. Από εκεί περπάτησε αρκετά και έφτασε σε ένα απομονωμένο μοναστήρι. Σταμάτησε
μόνο για να προσευχηθεί. Οι ουσίες που της έδωσαν οι γυναίκες από το χαρέμι
είχαν πια εξαφανιστεί από τον οργανισμό της. Τώρα έμενε η ίδια και η αλήθεια
μπροστά στα μάτια του Θεού. Και, μπροστά στον Θεό πρέπει να δείχνουμε πάντα ποιοι πραγματικά είμαστε. Με μια αποφασιστική κίνηση, έκοψε την ξανθιά της πλεξούδα και ψιθύρισε το όνομα «Μανώλης», κοιτώντας την αντανάκλασή της στο παράθυρο της εκκλησίας.

Η εξάντληση και η συγκίνηση τον είχαν κατακλύσει. Είχε έρθει η ώρα για το
υποσυνείδητο να διεκδικήσει τον χώρο του. Ο Μανώλης κοιμήθηκε, ονειρεύτηκε
και ξύπνησε μόνο από τον θόρυβο της πόρτας. Ένας παπάς μπήκε και τον βρήκε. Θεώρησε ότι είναι Τούρκος λόγω της φορεσιάς του και προσπάθησε να κρυφτεί. Ο ίδιος τού ζήτησε να μείνει. «Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι, γέροντα, είμαι κι εγώ χριστιανός. Θέλω να με οδηγήσεις στον καπετάν Καζάνη και στα παλικάρια του».

Τα λόγια του άκουσαν οι καβαλάρηδες της περιοχής και οδήγησαν τον
Μανώλη στον καπετάν Καζάνη. Εκείνος τον ρώτησε ευθύς αμέσως «Καλώς το
Τουρκόπουλο, τι θέλεις στα βουνά μου;» Ο Μανώλης διηγήθηκε την ιστορία
του: Από το χωριό Σφάκα βρέθηκε στα Ρουκάκα εξαιτίας ενός αγά γενίτσαρου
που τον πούλησε για σκλάβο. Έβλεπε «να ατιμάζονται χριστιανές παρθένες και
να σφάζονται αθώοι χριστιανοί» και διέφυγε με την πρώτη ευκαιρία. Ήθελε με
πάθος να πολεμήσει και να σκοτώσει τους εχθρούς της πατρίδας του.

Όταν ολοκλήρωσε την ιστορία του, ο καπετάν Καζάνης αποφάσισε να δοκιμάσει
την ειλικρίνεια και την τόλμη του νεαρού. Η τιμωρία θα ήταν ο θάνατος. Ο
Μανώλης όμως ζούσε την αλήθεια του και δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Αν είχε πει
ψέματα, θα δεχόταν να χυθεί κάθε κηλίδα του αίματός του.

Ο καπετάν Καζάνης ανησυχούσε και για έναν ακόμα λόγο: Πώς θα άντεχε αυτό
το παιδί τη μάχη, την πείνα, την κούραση, τις κακουχίες, τις σφαγές; Τι μπορεί
να είχε δει αυτό το παιδί που θα το προετοίμαζε για τη σκληρή μάχη; Αρκούσε ο νεανικός ενθουσιασμός μπροστά στην αγριότητα του πολέμου; Τι κίνητρο
μπορεί να είχε για να πολεμήσει; Η ιδεολογία συχνά γκρεμίζεται όταν ο θάνατος
πλησιάζει την πόρτα μας. Ωστόσο ο καθένας μπορούσε να δει ότι ο Μανώλης δεν θα έφευγε εύκολα.

Στην πρώτη αποστολή έπρεπε να μεταφέρουν με προσοχή ένα μήνυμα στον
πολεμιστή Γιώργο Δινέρη. Στο διάβα τους θα έβρισκαν πολλά εμπόδια, μα δεν
έπρεπε επ ουδενί να λιγοψυχήσουν. Σύντομα βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα γλέντι
γενίτσαρων με χριστιανές παρθένες. Χορό και κρασί τους ζητούσαν. O Μανώλης
μαζί με τα άλλα δυο παλικάρια του καπετάν Καζάνη παρακολουθούσαν το
σκηνικό με τα χέρια σε ετοιμότητα πάνω στα όπλα τους. Ο Μανώλης δεν
μπόρεσε να υπομείνει την ταπείνωση των κοριτσιών, όρμησε και σκότωσε
μονομιάς τους τρεις Τούρκους. Έπειτα συνέλεξε όσα τεκμήρια μπορούσε, δυο
κεφάλια εχθρών μαζί με τις μαρτυρίες των συντρόφων του για το τρίτο, και
κέρδισε τον σεβασμό του καπετάν Καζάνη. Ο Μανώλης τώρα ήταν ένας αληθινός
άντρας. Τα κεφάλια των εχθρών έπεφταν στο πέρασμά του.

Εκείνος όμως ήξερε ότι δεν είχε δώσει ακόμα τη μεγαλύτερη του μάχη. Η ζωή τον
έφερε πίσω στην Κριτσά. Ανάμεσα στους χωρικούς βρισκόταν και ο πατέρας του,
ο οποίος κρατούσε με το ένα χέρι τον σταυρό και με το άλλο το τουφέκι. Δίστασε
να πάει προς το μέρος του. Έπρεπε να κρατήσει την ταυτότητά του κρυφή.
Τα μάτια του Μανώλη γυάλισαν όπως τη μέρα που σκότωσε το Χουρσίτ όταν
εμφανίστηκε ο Ομέρ, ο δολοφόνος της μητέρας του. Χύθηκε προς το μέρος του
και τον σκότωσε. Ήταν μια παράτολμη και ηρωική κίνηση που θα τον έφερνε ένα
βήμα πιο κοντά στην αποκάλυψη. Ο στρατός του Ομέρ επιτέθηκε στον Μανώλη.
Ένα σπαθί καρφώθηκε στο στήθος του. Το σώμα του έπρεπε να σωθεί από τον
στρατό καθώς θα έρχονταν για το κεφάλι του. Ο παπάς έτρεξε ενστικτωδώς προς το μέρος του.
Βρήκε μέσα του μια ζωτικότητα που δεν είχε νιώσει για χρόνια.
Ωστόσο, ένας Τούρκος πολεμιστής τού έκοψε το χέρι προτού προλάβει ν’ αγγίξει το σώμα του Μανώλη.

Οι δύο τραυματίες μεταφέρθηκαν στο σπίτι του παπά. Ο γιατρός, αφού τελείωσε
το δέσιμο του χεριού, τον ενημέρωσε ότι στο πλάι του Μανώλη βρίσκονταν οι
γυναίκες του χωριού και ότι δεν μπορούσε να τον φροντίσει πια ο ίδιος. Όταν
πλησίασε τον Μανώλη ο παπάς και έκανε στην άκρη τις γυναίκες, το πουκάμισό
του ήταν ανοιχτό. Πήρε το χέρι του, φίλησε το μέτωπό του και είπε «Καλώς
όρισες, γιε μου, σπίτι. Είμαι περήφανος για σένα, Μανώλη». Το όνομα του
αντήχησε για τελευταία φορά σαν ζάχαρη και μέλι.

Το «παραμύθι» Ο/Η Κριτσωτοπούλ@ (2021) της Ελένης Ρήγα εμπνέεται από δύο πηγές: Από το διήγημα του Μιχαήλ Γ. Διαλινά –γνωστού ως Διαλινομιχάλη– Η Κριτσωτοπούλα, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1912, και από την έρευνα του εικαστικού και ιστορικού Clois Maillet σχετικά με τη ρευστότητα των φύλων στον Μεσαίωνα, με πιο αναγνωρίσιμο παράδειγμα την Αγία Ιωάννα της Λωραίνης. Σε μια προσπάθεια επανόρθωσης των συστημικών αποκλεισμών της πατριαρχίας και του λευκού φεμινισμού, εισάγονται στοιχεία από την ιστορία της παρενδυσίας (cross-dressing). Η παρενδυσία ενεργοποιεί ενδιαφέρουσες queer ποιότητες που επιτρέπουν την ανάδειξη μιας πιο ρευστής αφήγησης της ταυτότητας, της ευαλωτότητας και της αντίστασης της Ροδάνθης / του Μανώλη. Στόχος της Ρήγα είναι να χρησιμοποιήσει στοιχεία της παράδοσης, όπως το λαϊκό αφήγημα και τα τοπικά σύμβολα, για να απαντήσει σε νέες προκλήσεις – ή καλύτερα σε προκλήσεις που αποκτούν μεγαλύτερη ορατότητα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια: μεταξύ άλλων, σε ζητήματα όπως η έμφυλη ταυτότητα, η έμφυλη βία, η συμπερίληψη, οι ψυχικές ασθένειες και το τραύμα.

Πηγή: Ρήγα Ελένη, «Ο/η Κριτσωτοπούλ@», στο, Παπαθανασιάδη Ελεάννα (επιμ.), Μεταμορφώσεις. Τέχνες και παραμύθια μια σύγχρονη ανθολογία, Αθήνα 2021.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: